skip to main content
Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019
  • ώρα πρόβλεψης: 20:00
  • λίγες τοπικές νεφώσεις, 14 ºC
  • άνεμος: 1 μποφώρ
  • πηγή: www.meteo.gr

Mονή Tιμίου Προδρόμου Aτάλης – Mπαλί

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη στο Μπαλί βρίσκεται σε μια περιοχή γεμάτη με μοναστικές και ασκητικές μνήμες, κοντά στον ομώνυμο όρμο και σημερινό παραθαλάσσιο και παραθεριστικό οικισμό. Τα τοπωνύμια στη γύρω περιοχή, αλλά και τα ερείπια παλιών μικρών μοναστηριών δίνουν την εικόνα ενός ιερού τόπου με ιδιαίτερη λατρευτική σημασία, όπου άνθισε ο μοναχισμός. Η γεωγραφική διαμόρφωση του χώρου πρόσφερε τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για την ανάπτυξη μοναστηριών και ερημητηρίων, σε εποχές τουλάχιστον που δεν βρίσκονταν σε έξαρση, οι πειρατικές επιδρομές. Ήταν έρημος, ακατοίκητος και μακριά από κατοικημένες περιοχές. Η φυσιογνωμία αυτή του τόπου έχει αλλάξει εντελώς σήμερα, ύστερα από τη διάνοιξη της νέας εθνικής οδού. στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Πριν από τη διάνοιξη της εθνικής οδού, οι επισκέπτες που έφταναν μέχρι την γραφική και έρημη περιοχή της Αττάλης ήταν ελάχιστοι.

Σύμφωνα με το τοπωνυμικό αρχείο του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης στο Ηράκλειο, ιεροί χώροι γύρω από τη Μονή ήταν οι περιοχές:

Α) Τρεις Εκκλησίες. Βρίσκεται σε γκρεμώδη περιοχή στη Βλυχάδα Μυλοποτάμου. Στο σχετικό δελτίο, που συντάχτηκε το 1953 από τη δασκάλα Αφροδίτη Παρασχάκη, αναφέρεται ότι ήταν "αρχαίο κατοικήσιμο μέρος το οποίον έπαθε καθίζηση". Η τοπική παράδοση διασώζει ακόμη και σήμερα την ανάμνηση ασκητών στην περιοχή.

Β) Άγιος Νικόλας, εξωκλήσι στη Βλυχάδα: "Όλος ο εσωτερικός χώρος παρουσιάζει αρχαία τοιχογραφία, Γύρωθεν ευρίσκονται ερείπια αποδεικνύοντα ότι υπήρχε μονή."

Γ) Καλογερακιανά, στον οικισμό Εξάντη Μυλοποτάμου. "Τόπος μάλλον ανώμαλος. Διακρίνονται ερείπια οικιών και άλλων κτισμάτων". Σήμερα διασώζεται παράδοση που αναφέρει ότι πρόκειται περί περιοχής που είχε μόνιμους κατοίκους παλαιότερα, μάλλον καλόγερους.

Δ) Στα Κελλιά (Εξάντης). "Μοναστήρι ερειπωμένο σε βουνοπλαγιά". To τοπωνύμιο είναι ενδεικτικό υπάρξεως λησμονημένης μονής.

Ε) Παναγία Χάρακα. Στο Μπαλή : "Ευρίσκονται ερείπια μονής. " Πρόκειται για το γνωστό μοναστηριακό εξάρτημα της Μονής Αττάλης στο Μπαλί. Εκεί διέμενε μοναχός - επιστάτης κατά τα χρόνια της ακμής του μοναστηριού. Δεν αποκλείεται, όμως, να λειτουργούσε και εκεί μικρή μονή, όπως συνέβαινε στις περισσότερες περιπτώσεις μικρών μοναστηριών της Κρήτης που για διάφορους λόγους απώλεσαν την ανεξαρτησία τους. Σ' αυτό το συμπέρασμα οδηγεί και το ότι η Παναγία του Χάρακα είχε δική της περιοχή και αξιόλογη περιουσία. Στη δυτική πλευρά του ναού σώζεται το οικόσημο των Καλλεργών, πράγμα που δηλώνει ότι ανήκε στο φέουδο της ιστορικής αυτής οικογένειας, όπως συμβαίνει και με τους μοναστηριακούς ναούς της Αγίας Μαρίνας κοντά στη Χαλέπα και των Αγίων Πατέρων στις

ΣΤ) Άγιος Γεώργιος στα Αγγελιανά

Παλαιό μοναστήρι, που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα ανήκε στη Μονή Προδρόμου του Μπαλή. Είχε δική του περιουσία και γύρω από το ναό σώθηκαν ερείπια κελλιών. Η τοπική παράδοση διέσωσε την πληροφορία ότι εκεί λειτουργούσε μονή. (Πληροφορία από Μ. Νύκταρη, Αγγελιανά) Στο τοπωνυμικό Αρχείο Ιστορικού Μουσείου Κρήτης αναφέρεται ως "Μονή Άγίου Αντωνίου - εκκλησία Αγίου Αντωνίου παλαιά".

TO KTΙPIAKO ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ

To κτιριακό συγκρότημα της Μονής Αττάλης δεν ακολουθεί την κλασική μοναστηριακή αρχιτεκτονική, που θέλει το καθολικό να βρίσκεται στο κέντρο του μοναστηριακού περιβόλου. Ο ναός βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά του κτιριακού συνόλου, αλλά και έξω απ' αυτό. Συνδέεται με κλίμακα με το βασικό χώρο των κελλιών και των άλλων κτισμάτων. Επειδή, όμως, έπρεπε να τηρηθούν οι βασικές αρχές της μοναστηριακής αρχιτεκτονικής, αλλά και να τηρηθούν οι κανόνες ασφαλείας από εχθρικές επιδρομές, η κλίμακα που οδηγούσε στον περίβολο του ναού έκλεινε με βαριά πόρτα. Υπήρχε, δηλαδή, ένα ιδιότυπο φρούριο, μέσα στο οποίο περικλείονταν όλες οι βασικές λειτουργίες της μονής, εκτός από το ναό. Όπως φαίνεται, η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία αλλά επιβεβλημένη, λόγω της επικλινότητας του εδάφους. Δημιουργήθηκαν, λοιπόν, διαφορετικές επίπεδες βαθμίδες, πάνω στις οποίες αναπτύχτηκαν οι βασικές λειτουργίες μιας καλά οργανωμένης μονής, όπως ακριβώς επέβαλλαν οι συνθήκες και τα τεχνικά μέσα της εποχής.

Προτιμήθηκε, δηλαδή, η παρέκκλιση από το γνωστό τύπο των μοναστηριών του ελληνικού χώρου για να εξασφαλιστεί η αντοχή σε εχθρικές επιθέσεις. Σημαντικό ρόλο υπέρ της επιλογής αυτής διαδραμάτισε η θέση στην οποία βρισκόταν η μονή, θέση απόμερη και εκτεθειμένη σε κινδύνους.

Η κεντρική είσοδος ακολουθεί την πιο συνηθισμένη μορφή των μοναστηριακών πυλώνων. Είναι τοξωτή και αφήνει αρκετό στεγασμένο χώρο, στον οποίο μπορούσαν να κάθονται όλοι όσοι περίμεναν κάθε πρωί να ανοίξει η μονή, προσκυνητές ή διαβάτες. Μπροστά από τον πυλώνα υπάρχει μεγάλος βράχος. Αυτό έγινε επειδή οι κτήτορες στόχευαν στην "ολοσχερή αφάνεια" του μοναστηριακού χώρου.( Α. Φραγκούλη. Ιστορικά του Ρεθυμνιακού χώρου, σελ. 68). Η μονή έπρεπε να έχει άμεση πρόσβαση όχι προς τον όρμο, αλλά προς την ενδοχώρα, από την οποία και γινόταν τότε η συγκοινωνία. Αμέσως μετά τον πυλώνα (νοτίως) υπήρχε το βορδοναρείο, μέσα στο κτήριο του οποίου διατηρούνται ακόμη οι χτιστές φάτνες. Τα υπόλοιπα κτήρια που είχαν ουσιαστικό ρόλο στην εσωτερική οργάνωση της μονής (ελαιοτριβείο, εργαστήριο κεραμικής, φούρνος) είναι χτισμένα κοντά στο διαβατικό και σε μια λογική απόσταση από το χώρο των κελλιών και της τραπεζαρίας.

Ο χώρος των κελλιών ήταν εντελώς ανεξάρτητος από το χώρο των βοηθητικών κτισμάτων. Σχημάτιζε μια παραλληλόγραμμη αυλή, σε παράλληλη θέση με τον άξονα ανάπτυξης της μονής. Οι πόρτες των κελλιών και τα πέτρινα τόξα της αυλής δημιουργούν ένα εντυπωσιακό σκηνικό και δείχνουν μοναστηριακό σύνολο που οικοδομήθηκε με πολλή μεγάλη επιμέλεια.

Ο Θ. Παλιούρας, που μελέτησε το κτηριακό συγκρότημα και τις τοιχογραφίες, σημείωσε πως "η ύπαρξη όλης αυτής της τεχνικής υποδομής, που εξυπηρετεί τις ανάγκες του καθημερινού βίου των μοναχών και μετατρέπει το μοναστήρι - εκτός από πνευματική -και σε αξιόλογη οικονομική μονάδα, φανερώνει τον πλούτο και την αξιοζήλευτη οργάνωση του".

 

Βιβλιογραφία:

Νίκου Ψιλάκη:«Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης»

Θανάση Παλιούρα:«To Μοναστήρι του Προδρόμου στο Μπαλί», Πεπραγμένα E' Κρητολογικού Συνεδρίου, 1985)

Αντ. Τρούλου, Σιφνος: Ιστορία – Λαογραφία

Μ. Παπαδάκη, Μπαλί

Στ. Σπανάκη, Πόλεις και Χωριά της Κρήτης

Στεργ. Μανουρά, Η Νέα Ανακαίνιση της Μονής Μπαλή, Προμηθεύς ο Πυρφόρος, τ. 37,1984